ασαλής

ἀσαλής, -ές (Α)
αυτός που δεν φροντίζει για τίποτε.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + σάλος «φροντίδα» (Ησύχ.), με σχηματισμό κατά τα σύνθετα επίθετα σε -ής (πρβλ. ακηδής, αναιδής, ευανθής κ.ά.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσαλής — unthinking masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαλῆ — ἀσαλής unthinking neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσαλής unthinking masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσαλής unthinking masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαλές — ἀσαλής unthinking masc/fem voc sg ἀσαλής unthinking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαλέας — ἀσαλής unthinking masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.